圃 Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας 圃 ελληνικός ορισμός pǔ garden orchard Χαρακτήρες με την ίδια προφορά 普 : γενικός 朴 : απλός 氆 : thick rough serge from Tibet; 浦 : river bank; shore; river drainage ditch (old); 溥 : extensive; pervading; 烳 : to travel by the light of torch; 誧 : huge; to admonish; 谱 : φάσμα 蹼 : web (of feet of ducks, frogs etc); 镨 : praseodymium (chemistry); 誧 溥