埏 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

埏 ελληνικός ορισμός

shān

  • to mix water with clay

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : διαγράφω
  • : to deprecate; lithe (of a woman's walk); leisurely; slow;
  • : βουνό
  • : China fir; Cunninghamia lanceolata; also pr. [sha1];
  • : tearfully;
  • : to fan into a flame; to incite;
  • : (archaic) vicious dog; beast resembling a wolf;
  • : coral;
  • : panicum frumentaceum;
  • 縿 : fringe; ornament of banner;
  • : 㐬
  • : rank odor (of sheep or goats);
  • : rank odor (of sheep or goats);
  • : sampan;
  • : to cut down; to mow; to eliminate; scythe;
  • : straw mat; thatch;
  • : πουκάμισο
  • : limp;
  • : samarium (chemistry);