媚 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

媚 ελληνικός ορισμός

mèi

  • to fawn on
  • to flatter

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : αδελφή
  • : to sleep soundly;
  • : αμαθής
  • : dawn; place name;
  • : be radiant; flaming; drought;
  • : disease caused by anxiety;
  • : blind; imperceptive;
  • : a kind of bamboo;
  • : sleeve of a robe;
  • : a grass that gives red dye;
  • : γοητεία