嫩 έννοια και προφορά

嫩
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

嫩 ελληνικός ορισμός

nèn

  • προσφορά

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 恁 : to think; this; which?; how? (literary); Taiwan pr. [ren4];

Λέξεις που περιέχουν 嫩, ανά επίπεδο HSK