孩 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

孩 ελληνικός ορισμός

hái

  • παιδί

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά


Παραδείγματα ποινών με 孩

  • 我的孩子比我高。
    Wǒ de háizi bǐ wǒ gāo.
  • 孩子对妈妈说:“妈妈,我爱你。”
    Háizi duì māmā shuō: Māmā, wǒ ài nǐ.
  • 我有三个孩子。
    Wǒ yǒusān gè háizi.
  • 我们这里女孩子比男孩子多。
    Wǒmen zhèlǐ nǚ háizi bǐ nán háizi duō.
  • 孩子是爸爸、妈妈的希望。
    Háizi shì bàba, māmā de xīwàng.

Λέξεις που περιέχουν 孩, ανά επίπεδο HSK