尢 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

尢 ελληνικός ορισμός

wāng

  • lame

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : feeble; lame;
  • : expanse of water; ooze; (onom.) bark; classifier for liquids: pool, puddle;