恌 Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας 恌 ελληνικός ορισμός tiāo frivolous Χαρακτήρες με την ίδια προφορά 佻 : frivolous; unsteady; delay; 挑 : διαλέγω 祧 : ancestral hall; 聎 : tinnitus; 佻 祧