悀
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας
悀 ελληνικός ορισμός
yǒng
- to be angry
- to like
- variant of 湧|涌[yong3]
yǒng
- to be angry
- to like
- variant of 湧|涌[yong3]