搲 έννοια και προφορά

搲
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

搲 ελληνικός ορισμός

wā

  • to clutch
  • to grab
  • to capture

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 挖 : σκάβω
  • 洼 : depression; sunken; swamp;
  • 溛 : to form hollow; pit;
  • 穵 : to dig; to scoop out;
  • 窊 : lowland swamp;
  • 蛙 : frog; CL:隻|只[zhi1];