撂 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

撂 ελληνικός ορισμός

liào

  • to put down
  • to leave behind
  • to throw or knock down
  • to abandon or discard

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : 㦰
  • : to give a backward kick (e.g. of a horse);
  • : υλικό
  • : to watch from a height or distance; to survey;
  • : fetters; leg-irons; shackles;