撇 έννοια και προφορά

撇
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

撇 ελληνικός ορισμός

piē

  • αποβουτύρωση

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 氕 : protium 1H; light hydrogen, the most common isotope of hydrogen, having no neutron, so atomic weight 1;
  • 瞥 : to shoot a glance; glance; to appear in a flash;

Λέξεις που περιέχουν 撇, ανά επίπεδο HSK