桩 έννοια και προφορά

桩
Απλοποιημένος χαρακτήρας
樁
Παραδοσιακός χαρακτήρας

桩 ελληνικός ορισμός

zhuāng

  • stump
  • stake
  • pile
  • classifier for items

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 妆 : μακιγιάζ
  • 庄 : χωριό
  • 荘 : Japanese variant of 莊|庄;
  • 装 : εγκαθιστώ