槾 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

槾 ελληνικός ορισμός

mán

(tree)

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : 𢎥
  • : κρύβουν
  • : αρκετά
  • : to deceive;
  • : ψωμί στον ατμό
  • : (of woman's hair) beautiful; flower garland worn as an ornament;
  • : eel; Anguilla lostoniensis;