欶 Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας 欶 ελληνικός ορισμός shuò to suck to drink Χαρακτήρες με την ίδια προφορά 妁 : matchmaker; see 媒妁[mei2 shuo4]; 搠 : daub; thrust; 朔 : beginning; first day of lunar month; north; 槊 : long lance; 烁 : λάμπω 矟 : lance; 硕 : μεγάλο 箾 : hit with a pole; pole dance; 蒴 : pod; capsule; 铄 : bright; to melt; to fuse; 説 蒴