氯 έννοια και προφορά

氯
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

氯 ελληνικός ορισμός

lu:4

  • chlorine (chemistry)

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 嵂 : to rise sharply; to tower;
  • 緑 : Japanese variant of 綠|绿;
  • 膟 : sacrificial flesh;
  • 葎 : Humulus japonicus;
  • 鑢 : polishing tool;