燿 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

燿 ελληνικός ορισμός

yào

  • brilliant
  • glorious

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : bright; glorious; one of the seven planets of pre-modern astronomy;
  • 耀 : λάμψη
  • : φάρμακο
  • : Japanese variant of 藥|药;
  • : θέλω
  • : κλειδί
  • : the leg of a boot;
  • : sparrow hawk; Accipiter nisus;