珵 έννοια και προφορά

珵
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

珵 ελληνικός ορισμός

chéng

  • 珵

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 丞 : τσενγκ
  • 乗 : πολλαπλασιάζω
  • 乘 : πολλαπλασιάζω
  • 呈 : παρόν
  • 城 : πόλη
  • 埕 : τσενγκ
  • 塍 : διαδρομή μεταξύ πεδίων
  • 宬 : στοίβα βιβλιοθήκης
  • 惩 : βαζω τιμωρια
  • 成 : να κάνω
  • 承 : κληρονομώ
  • 枨 : πόρτα
  • 橙 : πορτοκάλι
  • 澄 : σαφή
  • 程 : τσενγκ
  • 裎 : βγάζω ρούχα
  • 诚 : ειλικρινής
  • 酲 : αλκοολικός
  • 铖 : τσενγκ