盔 Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας 盔 ελληνικός ορισμός kuī helmet Χαρακτήρες με την ίδια προφορά 亏 : έλλειμμα 刲 : cut open and clean; 岿 : high and mighty (of mountain); hilly; 悝 : to laugh at; 窥 : to peep; to pry into; 岿 刲