盔 έννοια και προφορά

盔
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

盔 ελληνικός ορισμός

kuī

  • helmet

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 亏 : έλλειμμα
  • 刲 : cut open and clean;
  • 岿 : high and mighty (of mountain); hilly;
  • 悝 : to laugh at;
  • 窥 : to peep; to pry into;