礅 έννοια και προφορά

礅
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

礅 ελληνικός ορισμός

dūn

  • πέτρα

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 吨 : τόνος
  • 墩 : αποβάθρα
  • 惇 : χαζός
  • 敦 : γκριζόμαυρος
  • 蹲 : κοντόχονδρος
  • 蹾 : σφαλιάρα
  • 镦 : με αναστατώνεις