穏 έννοια και προφορά

穏
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

穏 ελληνικός ορισμός

wěn

  • Japanese variant of 穩|稳

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 刎 : cut across (throat);
  • 吻 : φιλί
  • 呡 : the corners of the mouth; the lips;
  • 揾 : to look for (Cantonese); Mandarin equivalent: 找[zhao3];
  • 稳 : σταθερός
  • 紊 : μπλεγμένος