窈 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

窈 ελληνικός ορισμός

yǎo

  • deep
  • quiet and elegant
  • variant of 杳[yao3]

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : δάγκωμα
  • : svelte; sylphlike;
  • : dark and quiet; disappear;
  • : sunken eyes; deep; abstruse;
  • : sunken eyes; deep and hollow; remote and obscure; variant of 杳[yao3];
  • : dark; deep; southeast corner of room;
  • : to ladle out; to scoop up;
  • : a variety of grass;
  • : name of a fabulous horse;
  • : cry of hen pheasant;