籀 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

籀 ελληνικός ορισμός

zhòu

(writing)
  • to develop
  • seal script used throughout the pre-Han period

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : (old) beautiful; clever;
  • : incantation; magic spell; curse; malediction; to revile; to put a curse on sb;
  • : beak of bird; peck at;
  • : σύμπαν
  • : to grieve; sorrowful;
  • : ημέρα
  • : brickwork of well;
  • : ρυτίδα
  • : saddle crupper (harness strap on horse's back);
  • : crepe; wrinkle;
  • : helmet; descendants;
  • : strong wine;
  • : αιφνίδιος