耎 έννοια και προφορά

耎
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

耎 ελληνικός ορισμός

ruǎn

  • archaic variant of 軟|软[ruan3]

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά