朊 έννοια και προφορά

朊
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

朊 ελληνικός ορισμός

ruǎn

  • protein

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 瓀 : opaque; white quartz;
  • 碝 : jade-like stone;
  • 耎 : archaic variant of 軟|软[ruan3];
  • 软 : μαλακός