耦 Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας 耦 ελληνικός ορισμός ǒu a pair a mate a couple to couple plowshare Χαρακτήρες με την ίδια προφορά 偶 : εγώ 呕 : κάνω εμετό 藕 : root of lotus; 藕 怄