藕 έννοια και προφορά

藕
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

藕 ελληνικός ορισμός

ǒu

  • root of lotus

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 偶 : εγώ
  • 呕 : κάνω εμετό
  • 耦 : a pair; a mate; a couple; to couple; plowshare;