膦 έννοια και προφορά

膦
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

膦 ελληνικός ορισμός

lìn

  • phosphine

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 吝 : τσιγκούνης
  • 蔺 : juncus effusus;
  • 赁 : ενοίκιο
  • 躏 : to trample down; to oppress; to overrun; see 蹂躪|蹂躏[rou2 lin4];
  • 閵 : 敫