苒 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

苒 ελληνικός ορισμός

rǎn

  • luxuriant growth
  • passing (of time)

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : edge of a tortoiseshell; see 冉冉[ran3 ran3];
  • : βαφή
  • : (jade);