蕞 έννοια και προφορά

蕞
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

蕞 ελληνικός ορισμός

zuì

  • to assemble
  • small

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 晬 : 1st birthday of a child;
  • 最 : πλέον
  • 檇 : wooden pestle or rammer;
  • 罪 : έγκλημα
  • 酔 : Japanese variant of 醉;
  • 醉 : μεθυσμένος