褪 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

褪 ελληνικός ορισμός

tuì

  • to take off (clothes)
  • to shed feathers
  • (of color) to fade
  • to discolor

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : to pluck poultry or depilate pigs using hot water;
  • : skin cast off during molting; exuvia; to pupate; to molt; to slough; to cast off an old skin or shell;
  • 退 : υποχώρηση
  • : approach at swift gallop (on horses);