賏 έννοια και προφορά

賏
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

賏 ελληνικός ορισμός

yìng

  • pearls or shells strung together

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 媵 : maid escorting bride to new home; concubine;
  • 応 : Japanese variant of 應|应;
  • 映 : κατοπτρίζω
  • 硬 : σκληρά