跅 έννοια και προφορά

跅
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

跅 ελληνικός ορισμός

tuò

  • careless

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 唾 : σάλιο
  • 柝 : watchman's rattle;
  • 箨 : sheath around joints of bamboo;
  • 蘀 : fallen leaves and bark;