踆 έννοια και προφορά

踆
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

踆 ελληνικός ορισμός

qūn

  • squat

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 囷 : granary; Taiwan pr. [jun1];
  • 夋 : Select
  • 逡 : to shrink back (from sth);