醅 έννοια και προφορά

醅
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

醅 ελληνικός ορισμός

pēi

  • unstrained spirits

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 呸 : pah!; bah!; pooh!; to spit (in contempt);
  • 柸 : to hate; bear grudge;
  • 胚 : embryo;