門 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

門 ελληνικός ορισμός

mén

  • door

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : mountain pass; defile (archaic);
  • : lay hands on; to cover;
  • : elm; gum;
  • : (gem); rouge;
  • : porridge; rice sprouts;
  • : mendelevium (chemistry);
  • : πόρτα