雊 έννοια και προφορά

雊
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

雊 ελληνικός ορισμός

gòu

  • 雊

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 冓 : δέκα δισεκατομμύρια
  • 垢 : βρωμιά
  • 够 : αρκετά
  • 姤 : συνουσιάζομαι
  • 媾 : παντρεύω
  • 彀 : αρκετά
  • 搆 : δομή
  • 构 : δομή
  • 觏 : γκου
  • 诟 : αίσθηση ντροπής
  • 购 : αγορά
  • 遘 : συναντηθείτε απροσδόκητα