颦 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος χαρακτήρας
Παραδοσιακός χαρακτήρας

颦 ελληνικός ορισμός

pín

  • to scowl
  • to knit the brows

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : knit the brows;
  • : imperial concubine;
  • : pearl;
  • : to glare angrily; to open the eyes with anger; variant of 顰|颦, to scowl; to knit the brows;
  • : φτωχός
  • : frequency
  • : συχνότητα