駦 έννοια και προφορά

駦
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

駦 ελληνικός ορισμός

téng

  • 汒

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 滕 : vassal state of Zhou in Shandong; Teng county in Shandong; surname Teng;
  • 疼 : πόνος
  • 縢 : bind; cord; tie up;
  • 腾 : τενγκ
  • 藤 : rattan; cane; vine;
  • 螣 : flying dragon;
  • 誊 : make a (clean) copy;