骈 έννοια και προφορά

骈
Απλοποιημένος χαρακτήρας
駢
Παραδοσιακός χαρακτήρας

骈 ελληνικός ορισμός

pián

  • (of a pair of horses) to pull side by side
  • to be side by side
  • to be fused together
  • parallel (literary style)

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά