𤴓 έννοια και προφορά

𤴓
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

𤴓 ελληνικός ορισμός

yǎ

  • upright

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 哑 : χαζός
  • 痖 : mute, incapable of speech; same as 啞|哑[ya3];
  • 雅 : κομψός