一目了然 έννοια και προφορά

一目了然
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

一目了然 ελληνικός ορισμός

yí mù liǎo rán

  • με μια ματιά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 一 (yī): ενας
  • 目 (mù): είδος
  • 了 (le): πάνω
  • 然 (rán): φυσικά