上进 έννοια και προφορά

上进
Απλοποιημένη λέξη
上進
Παραδοσιακή λέξη

上进 ελληνικός ορισμός

shàng jìn

  • θέτω στην κίνησιν

HSK level


Χαρακτήρες

  • 上 (shàng): επί
  • 进 (jìn): προκαταβολή