临时 έννοια και προφορά

临时
Απλοποιημένη λέξη
臨時
Παραδοσιακή λέξη

临时 ελληνικός ορισμός

lín shí

  • προσωρινός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (lín): κοντά
  • (shí): χρόνος