亲爱 έννοια και προφορά

亲爱
Απλοποιημένη λέξη
親愛
Παραδοσιακή λέξη

亲爱 ελληνικός ορισμός

qīn ài

  • αγαπητός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 亲 (qīn): αγαπητός
  • 爱 (ài): αγάπη