伯母 έννοια και προφορά

伯母
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

伯母 ελληνικός ορισμός

bó mǔ

  • θεία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 伯 (bó): θείος
  • 母 (mǔ): μητέρα