伸 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

伸 ελληνικός ορισμός

shēn

  • τέντωμα

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά


Λέξεις που περιέχουν 伸, ανά επίπεδο HSK