体裁 έννοια και προφορά

体裁
Απλοποιημένη λέξη
體裁
Παραδοσιακή λέξη

体裁 ελληνικός ορισμός

tǐ cái

  • είδος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 体 (tǐ): σώμα
  • 裁 (cái): τομή