体谅 έννοια και προφορά

体谅
Απλοποιημένη λέξη
體諒
Παραδοσιακή λέξη

体谅 ελληνικός ορισμός

tǐ liàng

  • διακριτικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 体 (tǐ): σώμα
  • 谅 (liàng): συγχωρώ