作息 έννοια και προφορά

作息
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

作息 ελληνικός ορισμός

zuò xī

  • υπόλοιπο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 作 (zuò): φτιαχνω, κανω
  • 息 (xī): ενδιαφέρον