使劲儿 έννοια και προφορά

使劲儿
Απλοποιημένη λέξη
使勁兒
Παραδοσιακή λέξη

使劲儿 ελληνικός ορισμός

shǐ jìn r

  • σκληρά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 使 (shǐ): φτιαχνω, κανω
  • 劲 (jìn): δύναμη
  • 儿 (er): παιδί